Θ'ακούσουμε την υπέροχη νυχτερινή σονάτα "Post Tenebras Lux" του Θάνου Σταυριανάκη και θα γνωρίσουμε το πολύ όμορφο ποίημά του "Η νύχτα των κρυστάλλων", «Die Nacht, in der die Menschlichkeit zerbrach».

"Post Tenebras Lux" -ΘΑΝΟΣ ΣΤΑΥΡΙΑΝΑΚΗΣ
Πληροφορίες
Το "Post Tenebras Lux" είναι μια νυχτερινή σονάτα για πιάνο που εξερευνά τη διαδρομή από τη σκιά στο φως. Μέσα από χαμηλόφωνες, στοχαστικές μελωδίες,
η μουσική αποδίδει την ηρεμία που βρίσκει κανείς όταν αφήνει πίσω του μια δύσκολη περίοδο, αναζητώντας την εσωτερική του γαλήνη. Το πιάνο πλαισιώνεται από τη διακριτική συνοδεία βιολιού και κρουστών, δημιουργώντας ένα ηχητικό τοπίο που σταδιακά διαπερνά το σκοτάδι και οδηγεί αναπόφευκτα στη λύτρωση. Είναι μια σύνθεση αφιερωμένη στην πίστη ότι, ακόμα και στην απόλυτη σιωπή, το φως πάντα επιστρέφει.
tip: Η επιλογή ενός ιρλανδέζικου βιολιού και όχι ενός κλασικού ορχήστρας, έγινε καθαρά τυχαία όταν πειραματιζόμουν με διάφορους ήχους και πρέπει να ομολογήσω πως είναι και η πρώτη φορά που το χρησιμοποιώ. Το τρίξιμο και το "τρεμούλιασμα" που παραγεται στις long νότες του και ταυτόχρονα το κέλτικο ηχόχρωμά του με ενθουσίασε. Παραπέμπει κάπως και στην αισθητική των Dead Can Dance, οπότε η απόφαση για χρησιμοποίησή του ήταν μονόδρομος.
Η ΝΥΧΤΑ ΤΩΝ ΚΡΥΣΤΑΛΛΩΝ
«Die Nacht, in der die Menschlichkeit zerbrach»
του Θάνου Σταυριανάκη
Στο δωμάτιο, τα έπιπλα έχουν τη βαριά οσμή του μαονιού και της σιωπής,
μιας σιωπής που μαζευόταν χρόνια ανάμεσα σε βελούδινες κουρτίνες
και μισοδιαβασμένα χειρόγραφα.
Εδώ, ο χρόνος δεν μετριέται με τα χτυπήματα του ρολογιού,
αλλά με την αργή ανασύνθεση των χαμένων απογευμάτων,
τότε που οι άνθρωποι συζητούσαν για πράγματα αγνά και ευγενή
για τις λεπτές αποχρώσεις που παίρνει το τσάι καθώς κρυώνει.
Η ασημένια τσαγιέρα με τα σκαλιστό μονόγραμμα,
το άρωμα λεβάντας που επιμένει να λυγίζει το σκοτάδι των συρταριών,
και εκείνα τα γράμματα, δεμένα με μεταξωτή κορδέλα,
που κανείς δεν έχει πια το κουράγιο να ξεφυλλίσει,
γιατί οι γραμμές τους ανήκουν σε χέρια που έγιναν άνεμος.
Κοιτάζεις από τη χαραμάδα και δεν αναγνωρίζεις τους δρόμους.
Τα μαγαζιά όπου αγοράζαμε τα βιβλία μας,
τα καφενεία που ανταλλάσσαμε βλέμματα γεμάτα προσδοκία,
φλέγονται τώρα με μια μανία που θέλει να καταπιεί το αύριο.
Το πεζοδρόμιο γέμισε με τα σπλάχνα των σπιτιών μας:
πορσελάνες, σκόρπιες σελίδες, πλαίσια από πορτραίτα προγόνων.
Και το χειρότερο δεν είναι τα σπασμένα τζάμια,
ούτε οι φωτιές που φωτίζουν τους δρόμους με ένα φως απόκοσμο.
Είναι η βεβαιότητα πως αύριο, όταν θα ξημερώσει,
θα πρέπει να προσποιηθούμε, ξυπόλητοι πάνω στα κρύσταλλα της μνήμης,
πως δεν ακούσαμε τίποτα.


