Σε λίγες μέρες-ΒΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

Σε λίγες μέρες-ΒΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

10  Ιουλίου. Λίγες μέρες πριν την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Θα γνωρίσουμε το κείμενο " Σε λίγες μέρες" της Βούλας Αντωνίου...

Σε λίγες μέρες...-ΒΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

Σηκώθηκε με κόπο από τον καναπέ. Άνοιξε και πάλι με κόπο τις κουρτίνες. «Σε λίγες μέρες συμπληρώνονται 52 χρόνια», σκέφτηκε. Πάλι τα ίδια. Την τελευταία εβδομάδα αυτή η σκέψη γυρόφερνε συνέχεια στο ταλαιπωρημένο μυαλό της.

52 χρόνια. Ποιος θυμάται τώρα πια; Βαρέθηκαν όλοι. Βαρέθηκαν να θυμούνται, να «μην ξεχνούν» μισό αιώνα και περισσότερο τώρα.

Άκουσε την πόρτα να χτυπά ρυθμικά. Σαν σύνθημα. Ένα χαμόγελο χάραξε ακόμα πιο βαθιά τις ρυτίδες στο στόμα, γύρω από τα μάτια, γύρω από τα χείλη. Με πλατύ χαμόγελο έκανε γρήγορα βήματα προς την πόρτα. Το ρυθμικό χτύπημα συνεχίστηκε.

— Ποιος είναι; ρώτησε με πονηρή χροιά στη φωνή της.

Καμία απάντηση. Τα χτυπήματα συνεχίστηκαν πιο έντονα. Η απάντησή της, με την ανάλογη αύξηση στην πονηρή χροιά, επαναλήφθηκε επίσης. Αυτό συνεχίστηκε μερικές φορές. Και μετά άνοιξε την πόρτα και στην αγκαλιά της όρμησε το τρελόπαιδο, το αγαπημένο εγγόνι. Αυτό ήταν το παιχνίδι τους. Και κάθε φορά το ίδιο και το ίδιο, αλλά δεν πείραζε, δεν τους πείραζε καθόλου. Κάθε φορά απολάμβαναν το παιχνίδι με την ίδια ένταση, αντιδρούσαν με την ίδια έκπληξη, σαν να ήταν η πρώτη φορά που το καμώνονταν.

Μετά τα πρώτα γέλια και τους πρώτους δυο-τρεις γύρους γύρω από το τραπέζι της κουζίνας, κατάλαβε πως η κόρη της δεν είχε κατέβει από το αυτοκίνητο. Άφησε το παιδί και έφυγε. Την λυπόταν την κόρη της. Καλά-καλά δεν είχε κλείσει τα τριάντα και έμοιαζε εξήντα. Σαν κι αυτήν. Σαν τη δική της ηλικία — την πραγματική. Αυτή, άραγε, πώς έμοιαζε; Εξήντα ή μήπως περισσότερο; Ή μήπως λιγότερο;

Το παιδί της κόρης της ήταν οκτώ χρόνων. Τόσο ήταν και η ίδια όταν έφυγαν από 'κει. Έπαιζε, έπαιζε στις γειτονιές τις πάνω και τις κάτω, κοντά στη θάλασσα, κοντά στο κάστρο, στην ξανθή άμμο· έπαιζε, έπαιζε, έπαιζε, ώσπου σταμάτησε να παίζει και σύρθηκε μαζί με άλλους πολλούς —γέρους, νέους, μωρά παιδιά, βρέφη, μεσήλικες— σύρθηκαν λοιπόν, τους έσυραν στα αντίσκηνα. Κανένα-δυο χρόνια έκαναν εκεί, ώσπου να πάρουν το σπίτι στον συνοικισμό.

«Ουφ, τι ήθελα τώρα και τα θυμόμουν όλα αυτά; Μισό αιώνα μετά! Έλεος, έλεος...» που θα έλεγε και ο μικρότερος γιος της.

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη σκέψη της και μπήκε χαμογελαστός κι αυτός από την πόρτα της κουζίνας. Κουβαλούσε ψώνια, τσάντες με ψώνια — πάντα της προσφοράς ήταν αυτό το παιδί. Πήρε από τον παππού του, τον πατέρα της. Νοικοκύρης με τα όλα του.

Ο μικρός γραπώθηκε από το πόδι του, δεν τον άφηνε να περπατήσει, εκείνος φώναζε, γελούσαν... στο τέλος κατέληξαν και οι δύο στο πάτωμα. Τα γέλια τους, βάλσαμο. Πολλές φορές σκέφτηκε τι θα έκανε αν δεν τους είχε. Θα πέθαινε. Μπορεί και όχι. Θα άντεχε; Όχι, όχι, ούτε να την σκεφτεί δεν μπορούσε τη ζωή χωρίς αυτούς.

Ο Γιάννης και ο μικρός Ορέστης είχαν καθίσει στον καναπέ και έπαιζαν με το κινητό. Ο Ορέστης έδειχνε στον Γιάννη το καινούργιο παιχνίδι που διαδραματιζόταν στο κάστρο της Κερύνειας. Όταν άκουσε αυτές τις λέξεις, πλησίασε. Κάθισε ήσυχα δίπλα τους, μην τους χαλάσει τη ροή, και σκέφτηκε:

«Πέρασαν τόσα χρόνια, Κερύνεια μου, που έγινες και χώρος για διεξαγωγή παιχνιδιών με ιππότες δολοφόνους, assassins... Πώς θα νιώθεις άραγε τώρα, βασίλισσά μου, που μπήκες και στην τεχνολογία και στα παιχνίδια τα διαδικτυακά, και παίζουν μάχες στους δρόμους σου, στα σοκάκια σου, στα πάνω και κάτω δώματα του κάστρου σου παιδιά από όλο τον κόσμο; Μόνο εμείς δεν μπορούμε να παίξουμε πια. Ούτε ως παιδιά, ούτε ως μεσήλικες, σε λίγα χρόνια ηλικιωμένοι... Μόνο εμείς δεν μπορούμε. Μόνο εμείς.»

Τα κλειδιά στην πόρτα ακούστηκαν να γυρίζουν. Αυτή τη φορά ήταν η κόρη.

Σεισμός έγινε στο σπίτι. Ένας μικρός σεισμός, καθώς ο μικρός έτρεξε πάνω στη μητέρα του, την αγκάλιαζε, μετά έτρεχε πάνω στον θείο του, τον αγκάλιαζε, και στο τέλος προσγειώθηκε στη δική της αγκαλιά:

— Γιαγιάααα! Θέλω να πάμε στο κάστρο, στο κάστρο της Κερύνειας! Θα γίνω και εγώ assassin και θα διώξω τους Τούρκους!

Κοίταξε το αθώο προσωπάκι του εγγονού της που έλαμπε από ενθουσιασμό, έτοιμο για ψηφιακές μάχες. Ήθελε να του φωνάξει, να του εξηγήσει πως οι assassins, οι κάθε λογής δολοφόνοι και ο φανατισμός τους, ήταν που τους ρήμαξαν τη ζωή, που τους έσυραν στα αντίσκηνα και τους φύτεψαν την προσφυγιά στο αίμα. Πώς να του πει, όμως, πως ο πόλεμος δεν είναι παιχνίδι στην οθόνη και πως σε κανέναν πόλεμο δεν υπάρχουν νικητες και ηττημένοι ,πως οι πατρίδες δεν ελευθερώνονται με το μίσος;

Τον έσφιξε στην αγκαλιά της, κρύβοντας ένα δάκρυ στα μαλλιά του.

— Θα πάμε, γιαγιά; Θα πάμε; Πες μου! Θα πάμε από το σπίτι μας, από το σπίτι σας... Το σπίτι δίπλα στη θάλασσα. Θα πάμε; Θυμάσαι, μου είχες πει πως θα πάμε.

Κατάλαβε πως δεν είχε σημασία που πέρασε περισσότερο από μισός αιώνας. Δεν είχε σημασία. Η Κερύνεια ήταν εκεί και όφειλε να την γνωρίσει στον εγγονό της.

— Θα πάμε, Ορέστη μου. Ναι, την Κυριακή θα πάμε.

Θα ήταν μια επιστροφή μερική, μια επιστροφή βεβαρημένη με θλίψη, όπως κάθε φορά. Αλλά θα είχε μαζί της την ελπίδα: τον εγγονό της. Γι' αυτό και θα μπορούσε να το αντέξει. Όχι, τα 52 χρόνια δεν ήταν πολλά, ούτε και αρκετά για να ξεχάσουν.

— Σε λίγες μέρες δηλαδή, γιαγιά, θα πάμε; — Ναι, Ορέστη μου. Σε λίγες μέρες.

 

Έννεπε Μούσα

Έννεπε Μούσα!
Για τους εραστές της ποίησης και της στιχουργικής!
Για προβολή γνωστών κι άγνωστων δημιουργών!
Για επικοινωνία μέσα από έργα αγαπημένα!
Έννεπε Μούσα!
Με όχημα την πένα, το ταξίδι, τ’ όνειρο!!!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική ή κατά παράφραση ή διασκευή ή απόδοση του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού τόπου ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ με οποιονδήποτε τρόπο, ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή άλλο, χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια της διαχειρίστριας.

Βρείτε το βιβλίο:
https://www.ianos.gr/
https://www.protoporia.gr

Τα Cookies βελτιώνουν την απόδοση της σελίδας μας. Δεν αποθηκεύουμε προσωπικές σας πληροφορίες. Μας επιτρέπετε να τα χρησιμοποιούμε;